Σε αυτές τις γενικές εκλογές για την προεδρία, το Κογκρέσο, τους κυβερνήτες και τα νομοθετικά σώματα των πολιτειών, η Βραζιλία είναι διχασμένη μεταξύ δύο υποψηφίων που διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους: αφενός, του Προέδρου Λούλα, ο οποίος επιδιώκει την επανεκλογή του για τέταρτη, μη συνεχόμενη θητεία, με ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει την υπεράσπιση της κυριαρχίας, της δημοκρατίας, του κράτους ως κινητήριας δύναμης της κοινωνικής δικαιοσύνης και μιας ενεργής διπλωματικής πολιτικής που περιλαμβάνει τη συμμετοχή της χώρας στις BRICS· και, από την άλλη, η υποψηφιότητα του Φλάβιο Μπολσονάρου, του πρωτότοκου γιου του πρώην προέδρου Μπολσονάρου, ο οποίος δεν μπορεί να βάλει υποψηφιότητα επειδή βρίσκεται στη φυλακή και έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα.
Η υποψηφιότητα του Φλάβιο Μπολσονάρου ενσαρκώνει τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό, που χαρακτηρίζεται από τη διάβρωση των προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας και την υποταγή στα συμφέροντα των ΗΠΑ, συγκεκριμένα στην ατζέντα του Ντόναλντ Τραμπ, τη στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ και τον ανταγωνισμό απέναντι στις ζωτικές για τη χώρα κινεζικές επενδύσεις. Αυτό το οικονομικό πρόγραμμα συνδυάζεται με έντονο ατομικισμό και μια αφοσίωση (γνήσια ή καιροσκοπική) στον νεοπεντηκοστιανικό κοινωνικό συντηρητισμό. Πέρα από αυτά, υπάρχει μια σειρά από σκάνδαλα: εν εξελίξει έρευνες για διαφθορά, δημόσιες δηλώσεις υπέρ της παράδοσης κρίσιμων ορυκτών στις ΗΠΑ, καθώς και φωτογραφικές αποδείξεις που τον συνδέουν με το βραζιλιάνικο αντίστοιχο της υπόθεσης Έπσταϊν. Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι οι αναγνωρισμένες διασυνδέσεις του με πληρωμένους δολοφόνους και ντόπιες παραστρατιωτικές ομάδες (γνωστές ως «milicianos»).
