Ένα πρόσφατο ρεπορτάζ του Associated Press, κατέγραψε όχι μόνο το βάρος αυτής της καθημερινότητας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία, πιεσμένη ως τα όριά της, αναζητά συλλογικά τρόπους να αντέξει και να συνεχίσει. Σύμφωνα με ρεπορτάζ τη νύχτα που ένα ακόμη μπλακ άουτ βύθισε την Αβάνα στο σκοτάδι, οι κάτοικοι δεν κλείστηκαν στα σπίτια τους. Βγήκαν στα κατώφλια, άναψαν φωτιές με ξύλα και κάρβουνα και έστησαν καζάνια για την caldosa, τη λαϊκή σούπα της γειτονιάς. Ο ένας έφερε λαχανικά, ο άλλος λίγο κοτόπουλο, κάποιος άλλος ό,τι είχε απομείνει στο σπίτι, και όλοι έφαγαν από το ίδιο καζάνι.
Η σκηνή αυτή είναι μόνο μία όψη μιας κοινωνίας που, μέσα στην ασφυξία, εξακολουθεί να ψάχνει συλλογικούς τρόπους να σταθεί όρθια. Σε γειτονιές και κοινότητες ξεφυτρώνουν φωτοβολταϊκά σημεία όπου φορτίζονται συσκευές και μαγειρεύεται φαγητό, οχήματα επιστρατεύονται για να φτάσει νερό εκεί όπου λείπει, ενώ εργατικά συνεργεία μετακινούνται από επαρχία σε επαρχία για να κρατήσουν ζωντανά δίκτυα και υποδομές. Στα organopónicos, στους αστικούς και περιαστικούς λαχανόκηπους και στις μικρές καλλιέργειες αυτοκατανάλωσης, η γη ξαναγίνεται χώρος κοινής επιβίωσης, ενώ οι κοινοτικές δομές σίτισης κρατούν ανοιχτό ένα δίχτυ προστασίας για όσους βρίσκονται στην πιο δύσκολη θέση.
Παράλληλα, την 1η Σεπτεμβρίου περισσότερα από 10.000 σχολεία άνοιξαν ξανά για περίπου 1,4 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους, με πάνω από 135.000 εκπαιδευτικούς στις τάξεις και συνταξιούχους, φοιτητές και άλλους εργαζόμενους να καλύπτουν κενά. Η στελέχωση είχε φτάσει περίπου στο 73%, ποσοστό εντυπωσιακό για ένα σύστημα που λειτουργεί μέσα σε συνθήκες πολιορκίας.
Και αυτή η εικόνα πατά πάνω σε μια εκπαιδευτική πολιτική δεκαετιών. Περίπου το 99,5% των παιδιών ολοκληρώνει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και γύρω στο 96% την κατώτερη δευτεροβάθμια, την ώρα που στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική εκατομμύρια παιδιά και νέοι παραμένουν εκτός σχολείου και σχεδόν ένας στους τρεις δεν ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια.
Μπροστά σε όλα αυτά, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι μια κοινωνία του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου θα άντεχε για πολύ μια ανάλογη, παρατεταμένη συνθήκη επιβλημένης στέρησης χωρίς να αποκαλυφθούν βίαια όλα όσα κρύβει κάτω από την «κανονικότητά» της.
Ο ανταγωνισμός έχει μετατραπεί σε «φυσικό» νόμο, το κέρδος σε μέτρο επιτυχίας και η ατομική ανέλιξη σε κεντρική υπόσχεση μιας ζωής που χωρίζει από νωρίς τους ανθρώπους σε νικητές και ηττημένους. Δίπλα σε αυτά, καλλιεργήθηκαν πρότυπα εύκολου πλουτισμού, κοινωνικής επίδειξης και προσωπικής διαφυγής, ενώ η διαφθορά και η σχέση με την εξουσία έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως ηθική και πολιτική παρακμή και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εξυπνάδα.
Το 1987, η Μάργκαρετ Θάτσερ διατύπωνε την περίφημη φράση «there is no such thing as society» – «δεν υπάρχει κοινωνία». Η φράση συμπύκνωνε ένα ολόκληρο νεοφιλελεύθερο αξιακό πρόταγμα που αποσυνέδεε τον άνθρωπο από το συλλογικό, μετέτρεπε την κοινωνία σε άθροισμα απομονωμένων και ανταγωνιστικών ατομικοτήτων και φόρτωνε στον καθένα ξεχωριστά την ευθύνη για τη θέση, την επιτυχία ή την αποτυχία του.
Αυτή η λογική ξεπέρασε τα όρια της Βρετανίας και διαπέρασε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, διαμορφώνοντας ανθρώπους που μαθαίνουν να μετρούν την αξία τους μέσα από τη σύγκριση, την επίδοση, τη συσσώρευση και μια διαρκή αναμέτρηση ακόμη και με τον ίδιο τους τον ταξικό αδελφό.
Και όσο αυτός ο κόσμος βυθίζεται στις δικές του κρίσεις, τόσο φαίνεται καθαρότερα η σκληρότητα πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί. Εκατομμύρια άνθρωποι δουλεύουν περισσότερο για να ζουν χειρότερα, η φτώχεια συνυπάρχει με αμύθητο πλούτο, μια ασθένεια μπορεί να γίνει οικονομική καταστροφή και η μόρφωση προνόμιο, ενώ η αποτυχία φορτώνεται στον αδύναμο σαν προσωπική του ενοχή και ευθύνη.
Έτσι, το «εμείς» αδειάζει από περιεχόμενο και στη θέση του μένει ένα πλήθος από μοναχικά «εγώ» που συνυπάρχουν χωρίς να συγκροτούν πραγματικά τίποτα. Η κοινωνία γίνεται πιο σκληρή, πιο εχθρική και πιο μοναχική, και η ίδια η ελευθερία φτωχαίνει ώσπου να σημαίνει απλώς ότι κάποιοι έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν περισσότερες επιλογές από τους υπόλοιπους.
Η Κούβα λοιπόν δεν είναι μόνο ότι ένας μικρός λαός αρνείται εδώ και δεκαετίες να δεχτεί πως μια υπερδύναμη έχει το δικαίωμα να ορίζει το πολιτικό του μέλλον. Είναι και το γεγονός ότι, μέσα σε συνθήκες που δεν της επέτρεψαν ποτέ να αναπτύξει ελεύθερα την ανώτερη κοινωνική και ανθρώπινη προοπτική του σοσιαλιστικού της εγχειρήματος, εξακολουθεί να κρατά ζωντανό κάτι που ο καπιταλιστικός κόσμος του πλανήτη έχει αφήσει να διαβρωθεί βαθιά.
Η ιδέα του Χοσέ Μαρτί ότι «να είσαι καλλιεργημένος είναι ο μόνος τρόπος να είσαι ελεύθερος», η αντίληψη του Φιντέλ για μια επανάσταση που γίνεται παιδεία, υγεία, εργασία, αλληλεγγύη και κοινωνική πρόοδος, και η σκέψη του Τσε για έναν άνθρωπο απελευθερωμένο από την αλλοτρίωση συγκροτούν μια βαθιά κουβανική παράδοση για το τι σημαίνει πραγματική ελευθερία.
Στο δοκίμιο «Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», ο Τσε έθετε στο κέντρο τη σύγκρουση ανάμεσα στον παλιό κόσμο και στον άνθρωπο που θέλει να γεννήσει ο σοσιαλισμός. Στον καπιταλισμό, έγραφε, ο αλλοτριωμένος άνθρωπος συνδέεται με την κοινωνία «με έναν αόρατο ομφάλιο λώρο: τον νόμο της αξίας», ο οποίος «επενεργεί σε όλες τις πλευρές της ζωής του, διαμορφώνοντας την πορεία και το πεπρωμένο του». Γι’ αυτό προειδοποιούσε ότι μια νέα κοινωνία δεν μπορεί να οικοδομηθεί με τα «φθαρμένα όπλα» που κληροδοτεί ο καπιταλισμός, ανάμεσά τους το «ατομικό υλικό συμφέρον ως μοχλό», γιατί μαζί με τη νέα υλική βάση πρέπει να δημιουργηθεί και ένας νέος άνθρωπος.
Γι’ αυτό και έγραφε πως «η κοινωνία στο σύνολό της πρέπει να μετατραπεί σε ένα τεράστιο σχολείο». Η επαναστατική φιλοδοξία, για τον Τσε, ήταν ο άνθρωπος να απελευθερωθεί από την αλλοτρίωσή του, να αποκτήσει πλήρη συνείδηση του κοινωνικού του είναι και να σπάσει «όλες τις αλυσίδες της αλλοτρίωσης». Μέσα σε αυτή τη λογική, η εργασία παύει να αντιμετωπίζεται απλώς ως πώληση της ανθρώπινης δύναμης για επιβίωση και αποκτά κοινωνικό περιεχόμενο, ως συνειδητή συμμετοχή στην κοινή ζωή και στη συλλογική οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας.
Ίσως γι’ αυτό τελικά η Κούβα ενοχλεί τόσο βαθιά τους εχθρούς της. Γιατί εξακολουθεί να λειτουργεί ως ένα πανανθρώπινο σχολείο απέναντι σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα απέραντο Κολοσσαίο, όπου εκατομμύρια άνθρωποι σπρώχνονται καθημερινά στην αρένα και μαθαίνουν να αλληλοσπαράζονται σαν θηρία για δουλειά, στέγη, υγεία, μόρφωση, χωρίς να στρέφουν το βλέμμα προς τον αυτοκράτορα που ορίζει τους κανόνες και κερδίζει από τη σύγκρουσή τους. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, το νησί της Επανάστασης εξακολουθεί να υπερασπίζεται μια διαφορετική ιδέα για την κοινωνία.
Εκεί όπου το σύστημα απαιτεί νικητές και ηττημένους, και αναπαράγει βαθιές ταξικές ανισότητες, εκεί όπου κάποιοι πρέπει να πέσουν για να ανέβουν οι άλλοι, η Κούβα επιμένει ακόμη στην ιδέα ότι η ανθρώπινη πρόοδος δεν χτίζεται πάνω στα πτώματα των ηττημένων, αλλά στην ικανότητα μιας κοινωνίας να σηκώνει τους ανθρώπους της μαζί.
Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά η πιο μεγάλη της πρόκληση. Όχι μόνο σε όσα πέτυχε, ούτε μόνο σε όσα αντέχει, αλλά στο ότι μας υποχρεώνει όλους εμας να κοιτάξουμε στον δικό μας κόσμο. Και τότε, μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη, δεν βλέπουμε μόνο την Κούβα.
Βλέπουμε την απέραντη παρακμή του δικού μας κόσμου, την υποδουλωμένη μας ύπαρξη, την αλλοτρίωση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που οφείλουμε ακόμη να κατακτήσουμε.
Η Κούβα μας υπενθυμίζει τη χαμένη μας αξιοπρέπεια – του Ηλία Σκυλλάκου - INFO-WAR
